![]() |
| Ειδικά τα τελευταία χρόνια ο αποχριστιανισμός της Ελλάδας προχωρά με μεγάλα βήματα |
Αν και το θέμα του αποχριστιανισμού αγγίζει ουσιαστικά όλες τις κοινωνίες της Δύσης στο παρόν άρθρο θα εστιάσουμε στην Ελλάδα, δεδομένου ότι στις δυτικές χώρες γνώρισαν ένα ιδιότυπο χριστιανισμό ο οποίος από πολύ ενωρίς συμμάχησε με την απολυταρχία της κοσμικής εξουσίας (νοθεύοντας στην ουσία το μήνυμά του) καθιστώντας έτσι φυσιολογική την απομάκρυνση του κόσμου από αυτόν, ενώ στις άλλες ορθόδοξες χώρες (λόγω και της πρόσφατης πολιτικής Ιστορίας τους) η κατάσταση δεν έχει φθάσει στα τραγικά ελληνικά επίπεδα.
Η αλήθεια είναι πως και στην Ελλάδα η διοίκηση της Εκκλησίας προχώρησε στα δυτικά χνάρια από ενωρίς, ουσιαστικά από τη δολοφονία Καποδίστρια και μετά (στη διάρκεια της τουρκοκρατίας η όποια στάση της διοίκησης μπορεί να δικαιολογηθεί από τον κίνδυνο που βίωναν – ο Πουκεβίλ, για παράδειγμα, μιλά για πάνω από 6000 κληρικούς που εκτέλεσαν οι Τούρκοι προς παραδειγματισμό, πράγμα που σημαίνει πως σε πολλές περιπτώσεις η διοίκηση της εκκλησίας έκανε το καθήκον της). Στην ουσία κήρυξε την υποταγή στην εξουσία και φρόντιζε πάντα να δικαιολογεί τις αδικίες των ισχυρών. Αυτό όμως σταδιακά δημιούργησε ένα ρεύμα απομάκρυνσης που με το πέρασμα του χρόνου μεγάλωνε – για να φθάσουμε σήμερα να υπάρχει μόνο ένα μικρό μέρος του πληθυσμού το οποίο στήνει ευήκοον ους σε αυτήν.
Είναι πολύ φυσικό: όταν ο κόσμος σε βλέπει να στηρίζεις την αδικία και να χρησιμοποιείς το Ευαγγέλιο για να δικαιολογήσεις την κίνησή σου αυτή, σιγά – σιγά θα πάψει να ενδιαφέρεται και για ό,τι άλλο του πεις αλλά και για το Ευαγγέλιο. Το Ευαγγέλιο πλέον γι’ αυτόν δεν θα είναι αυτό που ορίζει το όνομά του, αλλά ένας ύμνος στο μαζοχισμό.
Υπήρχε λοιπόν το βασικό υπόβαθρο. Ή, αν θέλετε, ο πυρήνας που θα χρησιμοποιείτο ως το αρχικό προγεφύρωμα. Και, φυσικά, οι κύκλοι εκείνοι που μισούσαν την Ορθοδοξία το εκμεταλλεύτηκαν.
Και τι δεν είδαμε τα τελευταία χρόνια.
Ξεκίνησε ήπια, με την εισαγωγή στην ελληνική κοινωνία ενός πλήθους θρησκευτικών δοξασιών και κραμάτων ανατολικών θρησκειών. Ο γιογκισμός και ο Βουδισμός έγινε μόδα στα μέλη της «καλής κοινωνίας» που νιώθοντας περισσότερο πολίτες του κόσμου αγκάλιασαν τις νέες δοξασίες.
Είδαμε να πλημμυρίζουν τα βιβλιοπωλεία ένα σωρό βιβλία γεμάτα με φαιδρές αμφισβητήσεις της Ιστορίας. Δεδομένου ότι οι Έλληνες γνώριζαν – και γνωρίζουν ελάχιστα – την Ιστορία τους (ακόμα και τα τμήματα της Ιστορίας που διδάσκονταν στα σχολεία είχαν φροντίσει κάποιοι να είναι διαστρεβλωμένα ώστε να εξυπηρετούνται τα συμφέροντά τους) αυτά τα βιβλία έκαναν κάτι πολύ πονηρό: αποδεικνύοντας αρχικά κάποια όντως διαστρέβλωση κέρδιζαν την εμπιστοσύνη του αναγνώστη και στη συνέχεια μπορούσαν να τον κάνουν να πιστέψει την όποια φαιδρότητα ήθελαν.
Σε άλλες πάλι περιπτώσεις έμπαιναν απευθείας στην εισαγωγή των απόψεών τους, πατούσαν όμως και στην αμάθεια του αναγνωστικού κοινού και στην τάση του για αμφισβήτηση αλλά και στην προώθηση από συγκεκριμένους κύκλους. Και, είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο κατάφερναν να κάνουν μερίδα του κόσμου να αμφισβητεί όλο και περισσότερο το Χριστιανισμό, ακόμα και την ίδια την ύπαρξη του Ιησού.
Η αλήθεια είναι πως η διοίκηση της Εκκλησίας προσπάθησε να αντιδράσει, αλλά είχε πλέον χάσει την έξωθεν καλή μαρτυρία. Αν δεν υπήρχε ο απλός παπάς και κάποιοι φωτισμένοι μοναχοί τα πράγματα θα ήταν πολύ χειρότερα.
Όλο αυτό το «κίνημα» ενισχύθηκε πολύ από τη γενικότερη αμφισβήτηση των δεκαετιών του 1960 και 1970, τον άκρατο υλισμό και ηδονισμό και όλα όσα συνόδευαν την εποχή. Πλέον είχε αρχίσει να χρησιμοποιείται ανοιχτά και η τέχνη (σε όλες της τις μορφές) στον πόλεμο εναντίον της Ορθοδοξίας, και φυσικά τα συγκεκριμένα δημιουργήματα εξυμνήθηκαν και προωθήθηκαν από τους γνωστούς κύκλους, που φρόντιζαν παράλληλα – με πολλή προσοχή τον πρώτο καιρό – να περιθωριοποιούν εκείνες τις εκφράσεις τέχνης που δε συμφωνούσαν με το συγκεκριμένο αφήγημα.
Όλο αυτό είναι το υπόβαθρο, υπ’ όψιν.
Από αυτό το σημείο και μετά άρχισε ο έντονος πόλεμος. Άρχισε με μια επίθεση στις παραδοσιακές αξίες του ελληνισμού, με την αλλαγή του αστικού δικαίου, τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων και την προώθηση της ατζέντας του φεμινισμού: έπρεπε να εξευρωπαϊστούμε, μας έλεγαν, δε μπορούμε να μένουμε στο Μεσαίωνα.
Συνεχίστηκε με την ολομέτωπη επίθεση εναντίον του θρησκευτικού συναισθήματος, με πολιορκητικό κριό την τέχνη και τους διάσημους, αλλά φυσικά δεν έμεναν πίσω ΜΜΕ και πολιτικοί. Ο πιστός παρουσιαζόταν σαν κάτι γραφικό, κάτι αναχρονιστικό, κάτι γελοίο, που του άξιζε να γελοιοποιείται και να γελάνε εις βάρος του. Σ’ αυτό το κλίμα δεν άργησε να έλθει η περιθωριοποίηση των πιστών στην καθημερινή ζωή, στους χώρους εργασίας, παντού. Αυτός που πίστευε είχε αρχίσει να γίνεται το κορόϊδο, το παράδειγμα προς αποφυγήν.
Είδαμε την προσπάθεια να αναβιώσει η αρχαιοελληνική θρησκεία, ένα εγχείρημα το οποίο πατούσε πάνω στην αμφισβήτηση που είχαν δημιουργήσει τα βιβλία που αναφέραμε παραπάνω. Εδώ βέβαια πρέπει να πούμε κάτι πολύ σημαντικό: Ο κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα να πιστεύει σε όποιο Θεό θέλει – ή να είναι άθεος. Αυτό είναι (και πρέπει να είναι) πάντα σεβαστό από όλους. Το πρόβλημα εδώ δεν είναι πως αυτοί οι άνθρωποι χρησιμοποιούνται εναντίον της Ορθοδοξίας (που, εντάξει σε τελική ανάλυση δεν την ακολουθούν) αλλά και – κυρίως – εναντίον της Ιστορίας του έθνους μας (εν αγνοία τους λογικά).
Οι κύκλοι βέβαια που προώθησαν την αναβίωση της αρχαιοελληνικής θρησκείας στόχευαν και εναντίον της Ορθοδοξίας και εναντίον της Ιστορίας του έθνους μας. Άλλο αυτό.
Και που βρισκόμαστε σήμερα;
Έχουμε φτάσει σ’ ένα σημείο που ο αποχριστιανισμός προχωρά ακάθεκτος και ελάχιστοι ενοχλούνται. Ο λόγος του Ιησού φθάνει σε ελάχιστους, κι αυτό επειδή κατέληξε να θεωρείται αναχρονισμός, μια ξεπερασμένη δεισιδαιμονία για αμόρφωτους. Κατέληξε να θεωρείται από πολλούς ως ένα όπλο στη φαρέτρα των ισχυρών για να κρατούν τα πλήθη υποταγμένα (ο Ιησούς βέβαια ποτέ δεν είπε κάτι τέτοιο, το αντίθετο μάλιστα) με αποτέλεσμα η πλειοψηφία να μην κάθεται να ασχοληθεί.
Όποιος αμφιβάλλει, ας δει πως γεμίζουν οι Ναοί τα Θεοφάνεια (και λιγότερο τη Μεγάλη Τετάρτη στο Μέγα Ευχέλαιο), όπου οι περισσότεροι απλά πάνε να πάρουν Αγιασμό λες και πρόκειται για κάποιο μαγικό φίλτρο. Ας δει πως γεμίζουν οι Ναοί και τα προαύλια δέκα λεπτά πριν το «Δεύτε λάβετε φως» και πως αδειάζουν λίγα λεπτά μετά το «Χριστός Ανέστη».
Κατέληξε, μ’ άλλα λόγια, σαν ένα φολκλόρ για τους πολλούς. Το μήνυμά του; Οι διδαχές του; Ελάχιστοι ασχολούνται.
Και με θλίψη μου θα πρέπει να πω πως η στάση της διοίκησης της Εκκλησίας στη διάρκεια του κορονοϊού και στο θέμα των εμβολίων και της υποχρεωτικότητας έδωσε πολλά όπλα στον αντίπαλο.
Όταν δια των πράξεων φάνηκε πως αμφισβητεί το Άγιο Ποτήριο και υποτάσσεται στα κελεύσματα της κοσμικής εξουσίας, πως να πιστέψει ο χλιαρός πιστός στην αξία της Θείας Κοινωνίας;
Είμαστε πλέον σε ένα κρίσιμο σημείο. Ο περαιτέρω αποχριστιανισμός της Ελλάδας προχωρά και δυστυχώς ελάχιστοι ενοχλούνται από αυτό. Οι πιο πολλοί είτε αδιαφορούν είτε το επιδιώκουν κιόλας, πιστεύοντας πως θα κάνει καλό. Μπορεί κάποιοι να ενοχληθούν όταν καταργηθούν οι αργίες του Πάσχα, του Αγίου Πνεύματος, του Δεκαπενταύγουστου κλπ., αλλά μέχρι εκεί.
Και δυστυχώς ο πολύς κόσμος δεν αντιλαμβάνεται πως μπαίνουμε σε εποχή χάους έτσι. Ούτε θα ενοχληθεί από διωγμούς χριστιανών.
Άλλωστε, η στάση μεγάλης μερίδας του κόσμου στο θέμα του κατατρεγμού των ανεμβολίαστων είναι χαρακτηριστική και λέει πολλά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου